Η ντοπιολαλιά της Ηπείρου

No votes yet

πρόλογος - εισαγωγικό σημείωμα

 Τι είναι η ντοπιολαλιά; Ντοπιολαλιά είναι ο προφορικός κυρίως λόγος των ανθρώπων μιας περιοχής. Με άλλα λόγια, είναι το σύνολο των εκφράσεων και λέξεων, που όλες μαζί δημιουργούν τη γλωσσική ταυτότητα, το γλωσσικό ιδίωμα, την τοπική γλωσσική ιδιομορφία κάθε περιοχής μιας χώρας

Η Εθνική Γλώσσα είναι η γλώσσα που ομιλεί ένας λαός. Διάλεκτος είναι η γεωγραφική διαφοροποίηση ευρύτερων περιοχών στη γλώσσα, που αποκλίνει από την κοινή γλώσσα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην γίνεται κατανοητή από κατοίκους άλλων γεωγραφικών περιοχών. Ιδίωμα είναι η μικρότερης εμβέλειας γλωσσική διαφοροποίηση, και μπορεί να γίνεται γενικώς κατανοητή από ομιλητές της κοινής γλώσσας. Η διάλεκτος μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από ένα ιδιώματα. Με εξαίρεση ορισμένες διαλέκτους (Ποντιακά, Κρητικά, Κυπριακά, Τσακωνικά, Καππαδοκικά και Κατωιταλικά), η Κοινή Νεοελληνική περιλαμβάνει μόνον ιδιώματα. Αυτά χωρίζονται γενικώς σε βόρεια και νότια ιδιώματα. Στην Ήπειρο, λοιπόν, εντοπίζονται βόρεια ιδιώματα, που χαρακτηρίζονται από την προφορά του ο ως ου, του ε ως ι, καθώς και τη σίγηση του ι και του ου.
 
Η Ντοπιολαλιά, όπως και η γλώσσα, αποτελείται κατά κύριο λόγο από λέξεις, δηλ. το Λεξιλόγιο, επίσης τη Γραμματική, η οποία με το πλήθος των διαφορετικών τύπων μιας λέξης δίνει δυνατότητες οριοθέτησης προσώπων, ενεργειών, καταστάσεων εντός τόπου και χρόνου, και τέλος το Συντακτικό, το οποίο παρατάσσει στη σωστή σειρά τις λέξεις.
 
Τι εκφράζει; Όπως και η γλώσσα, εκφράζει τη σκέψη, δηλαδή νοήματα αλλά και συναισθήματα και πάθη. Η γλώσσα εκφράζει λεκτικά την ψυχή του ανθρώπου, και κατ’ επέκταση την Παιδεία, τον πολιτισμό, τη νοοτροπία ενός λαού. Πέρα από την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων, ατομικά ή ως σύνολο, η ντοπιολαλιά εκφράζει και τη σχέση τους έναντι προσώπων, πραγμάτων, καταστάσεων, γεγονότων. Έτσι, η χρήση της ντοπιολαλιάς φανερώνει την επιθυμία κάποιου ομιλητή να συμμετέχει στο πολιτιστικό σύνολο που αποτελούν οι συμπατριώτες του, με σημείο αναφοράς τον τόπο προέλευσης της ντοπιολαλιάς, αλλά και  την ανάγκη να ανήκει στην κοινή παράδοση του κοινού τόπου μέσα στον χρόνο του παρελθόντος και παρόντος, με τις ανάλογες και ευνόητες διαφοροποιήσεις κάθε εποχής. Η ανάγκη αυτή, δηλαδή η ανάγκη να ανήκει κανείς κάπου, σε κάποια ομάδα, κυρίως σε ένα έθνος, πατρίδα, παράδοση, ιδιαίτερη πατρίδα, τοπική παράδοση, ανάγεται στην έμφυτη ψυχολογική και πνευματική ανάγκη του ανθρώπου για σχέση και επικοινωνία με άλλους ανθρώπους. Η σχέση και επικοινωνία αυτή αναφέρεται τόσο σε ένα πρακτικό επίπεδο οικονομίας και κοινωνικών αναγκών, όσο και σε ένα επίπεδο τέχνης και εθίμων, όπως μουσική, χορός, λατρευτικές εκδηλώσεις κλπ.
 
Η μετοχή κάποιου ανθρώπου σε ορισμένη πολιτισμική παράδοση βρίσκει την απόλυτη πραγμάτωση στο επίπεδο της γλώσσας, καθώς η γλώσσα είναι το πρώτο και βασικότερο στοιχείο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Η ντοπιολαλιά μάλιστα περιέχει ένα βασικό στοιχείο ισότητας. Δεν εφευρέθηκε από κανέναν, αλλά αντιθέτως συνδημιουργήθηκε  ελεύθερα από όλους μαζί και είναι κοινό κτήμα όλων. Όλα αυτά ίσχυαν τουλάχιστον μέχρι τις τελευταίες δεκαετίας.
 
Σήμερα από όλους μας αναγνωρίζεται η βαθμηδόν αυξανόμενη εγκατάλειψη και λήθη του γλωσσικού ιδιώματος, τόσο της γεωγραφικής μας περιφέρειας της Ηπείρου, όσο βέβαια και άλλων περιοχών της Ελλάδος. Οι λόγοι είναι πολλοί. Ο βασικότερος βέβαια είναι οι ραγδαίες κοινωνικές, οικονομικές και δημογραφικές μεταβολές στη χώρα μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, και ιδιαίτερα μετά τη Μεταπολίτευση του 1974. Ως ειδικές αιτίες αναφέρονται η εγκατάλειψη της υπαίθρου και η αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής σε αστικά κέντρα, η οποία οδήγησε σε αισθητή μείωση του πληθυσμού των χωριών ή ακόμη και σε ερήμωση. Στη συνέχεια, η επίδραση του αστικού τρόπου ζωής, άρα και της αστικής γλωσσικής έκφρασης, στους «εσωτερικούς μετανάστες», οι οποίοι μετέφεραν την επίδραση στις αγροτικές περιοχές. Επίσης, η γενίκευση της Εκπαίδευσης και η εύκολη πρόσβαση σε αυτήν από όλους, η οποία αναγκαστικά επιβάλλει το γλωσσικό τρόπο της κοινής εθνικής γλώσσας. Το ίδιο αποτέλεσμα έχει και η επίδραση της δημοσιογραφικής γλωσσικής έκφρασης μέσω της τηλεόρασης. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας, ιδιαίτερα της ψηφιακής, στην παραγωγική διαδικασία είναι μια εξίσου σημαντική αιτία που ωθεί προς τον αφανισμό λέξεις που ομιλούνταν επί εκατοντάδες χρόνια.
 
Το χειρότερο από όλα: Ο σύγχρονος τεχνοκρατικός «πολιτισμός», που βασίζεται στην οικονομία, στην εξοντωτική εργασία, στη διαρκή και περίπου ψυχοπαθολογική προσπάθεια για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κέρδος, καθώς και στη ιδεολογία της αλόγιστης «προόδου» μέσω πιεστικής ανάπτυξης, αφού καταδίκασε την ύπαιθρο σε μαρασμό και ερήμωση, έχει αλλοιώσει τις σχέσεις μεταξύ των συνανθρώπων, και έχει διασπάσει δεσμούς παράδοσης μεταξύ των ιδίων των συμπατριωτών στον ίδιο τόπο, αλλά και την ιστορική συνέχεια της παράδοσης από το παρελθόν στο παρόν.
 
Κι όλα αυτά συμβαίνουν, όταν οι λέξεις αυτές, δηλαδή η ντοπιολαλιά, είναι το συναισθηματικό όχημα που σε κάνει να νιώθεις ένα με τα χρώματα, τις μυρωδιές, τις εικόνες, την ομορφιά του τόπου που σε γέννησε. Πόσες φορές δεν πλημμύρισε κανείς από ένα αίσθημα ζεστασιάς, όταν σε τόπο μακρινό και σε ανύποπτο χρόνο άκουσε μια λέξη ή μια φράση που του θύμισε το χωριό του, τον παππού, τον τόπο και τις ημέρες που πέρασε στη γη που τον ανέθρεψε…
 
Για να μην αποκοπούμε, λοιπόν, από τον τόπο μας και τις ρίζες της παράδοσης, αλλά και για να κρατήσουμε άρρηκτες τις μεταξύ μας σχέσεις, καθώς η παράδοση δημιουργείται από ανθρώπους, ως Σύλλογος Ηπειρωτών Κοζάνης αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε στην ιστοσελίδα μας μια ενότητα με λέξεις και εκφράσεις από την Ήπειρο. Έτσι, ο Σύλλογος μας αναλαμβάνει άτυπα την πρωτοβουλία να συγκεντρώσουμε το δυνατόν περισσότερες ιδιωματικές λέξεις της Ηπείρου, ώστε να συγκροτηθεί ένα πλούσιο Ηπειρωτικό Γλωσσάρι, χρήσιμο σε ειδικούς επιστήμονες γλωσσολόγους. Η πρωτοβουλία μας δεν έχει επιστημονικές φιλοδοξίες. Στόχος μας είναι απλώς η διάσωση, καταγραφή και συγκέντρωση λέξεων, εκφράσεων και γενικώς γλωσσικού πλούτου της Ηπείρου, είτε είναι εν χρήσει ακόμη και σήμερα, είτε πρόκειται για ξεχασμένες λέξεις που δεν χρησιμοποιούνται πλέον. Η προσπάθειά μας βασίζεται στην αγάπη για τον τόπο μας, τα πάτρια μέρη, την ιδιαίτερη πατρίδα μας, την Ήπειρο, και εξαρτάται από τη συνδρομή όλων των Ηπειρωτών, και κυρίως των παλαιοτέρων γενεών.
 
Η πρωτοβουλία αυτή ξεκίνησε την ίδια στιγμή μαζί με μια άλλη εξίσου σημαντική προσπάθεια: την ανάδειξη του Λαογραφικού Υλικού, που είναι αναρτημένο επίσης στην ιστοσελίδα μας. Κατά τη δημιουργία του τμήματος αυτού της ιστοσελίδας νιώσαμε την ανάγκη να κάνουμε γνωστή τη ντοπιολαλιά της Ηπείρου το δυνατόν σε περισσότερους χρήστες. Κάνοντας λοιπόν ερασιτεχνικά και από μεράκι μια πρώτη απλή έρευνα για τη συλλογή των λέξεων της Ηπειρώτικες ντοπιολαλιάς, διαπιστώσαμε ότι υπάρχουν πολλοί πατριώτες, φίλοι και γνωστοί, είτε επιστήμονες και μελετητές, είτε απλοί ερασιτέχνες ερευνητές, που αγαπούν τη Λαογραφία, και έχουν να προσφέρουν πολύ υλικό στην ιστοσελίδα μας, γεγονός που κάνει τη δική μας δουλειά πιο εύκολη αλλά και πιο συναρπαστική.
 
Καθίσταται, λοιπόν, αυτονόητη η προσπάθεια για διάσωση οιονδήποτε παλαιών λέξεων ή φράσεων της Ηπειρώτικης ντοπιολαλιάς που χρησιμοποιούνται και σήμερα στον καθημερινό λόγο, ή είναι γνωστές σε παλαιότερους συμπατριώτες μας, έστω και αν δεν χρησιμοποιούνται πλέον. Σε αυτή την προσπάθεια κάθε  βοήθεια ή παρατήρηση είναι ευπρόσδεκτη. Μπορείτε να επικοινωνείτε μαζί μας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην διεύθυνση: apeirotan@syllogosipirotonkozanis.gr ή χρησιμοποιώντας τη σχετική φόρμα που θα βρείτε στην στήλη “επικοινωνία” της ιστοσελίδας μας. 

Your rating: None Average: 4 (2 votes)

Σχόλια - Επιστημονικά Κείμενα

Your rating: None Average: 3 (1 vote)

...

Your rating: None Average: 3 (1 vote)

Α

 

αβανιά (η):  ζημιά, βλάβη,κακοτυχία
αβασκαίνου (ρ.):  ματιάζω
αβγατίζου, αβγαταίνου, αβγατάου (ρ.):  αυξάνω, πληθαίνω, μεγαλώνω, προσθέτω
αβέρτα (επίρ.):  συνεχώς
αβραϊά (η):  βραγιά, πρασιά, το χώρισμα του χωραφιού με αυλακιές
άγανο (το):  η πριονωτή βελόνα που έχει το στάχυ των σιτηρών
αγανός (επίθ.):  αραιά υφασμένος
αγάντα (επίρ.):  βάστα
αγγειά (τα):  οικιακά σκεύη (τα χαλκώματα)
 
άγγονας (ο):  εγγονός, εγγόνι
αγγονιά (η):  εγγονή
αγκάρια (επίρ.):  ασταθώς, στέκομαι στα νύχια
αγκέλωμα (το):  τσίμπημα με αγκάθι ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο
αγκουνάρ' (το):  πέτρα που τοποθετείται στη γωνία του τοίχου του σπιτιού
αγκουνή (η):  γωνία, αλλά και η προνομιούχα το χειμώνα θέση δίπλα από το τζάκι
αγκούσα (η):  δύσπνοια, δυσκολία
αγνάντιο (το):  ψηλό μέρος από το οποίο μπορείς να παρατηρείς και να βλέπεις από μακριά
αγριομούτσουνος (ο):  αυτός που έχει άγριο πρόσωπο
αδαυτού (επίρ.):  σ΄αυτό εδώ το σημείο που είναι κοντά σου
αδειά (η):  διαθέσιμος χρόνος
αδρασκίλα (η):  μέτρο μήκους που ισοδυναμεί με το άνοιγμα των ποδιών κανονικού βηματισμού
αδράχτ’ (το):  ειδικό ξύλο γύρω από το οποίο τυλίγεται το νήμα, που σχηματίζεται από το γνέσιμο του μαλλιού που τοποθετείται στη ρόκα
αδρύ (το):  το τσουχτερό, το δυνατό ποτό
ά-κα (αρν. μόριο):  όχι (με έμφαση)
άκρη(η)   : σανίδα από τον εξωτερικό φλοιό του πεύκου
ακαπίστρουτους (ο):  χωρίς καπίστρι, ατίθασος
ακουρμαίνου (ρ.):  ακούω με προσοχή
αλάνταβος (ο):  αυτός που περπατάει απρόσεκτα
αλάργα (επίρ.):  μακριά
αλάρωτος (ο):  αυτός που μιλάει συνέχεια
αλιά (επίρ.):  αλίμονο
αλίκορδα (επίρ.):  ανάποδα, προς το επάνω μέρος
αλλαξιά (η):  δεύτερη φορεσιά
αλουμανάου (ρ.):  χτυπάω αλύπητα
αλσίβα (η):  βρασμένο σταχτόνερο που χρησίμευε για το πλύσιμο των ρούχων και για λούσιμο
αλ'χτάου (ρ.):  γαυγίζω
αμελίστρα (η):  γαλάζιο άγονο χώμα, όπου δε φυτρώνει τίποτε
αμούντ (επίρ.):  εξαφάνιση
αμπώχνου (ρ.):  σπρώχνω
αμτί (αμέ τι):  αμ’ πώς αλλιώς
αναδεχτούδ’ (το):  βαπτιστήρι
αναμεράου (ρ.):  κάνω στην άκρη
αναπιάνου (ρ.):  φτιάχνω προζύμι
ανάπουτους (επίθ.):  κακότροπος, παράξενος, ιδιότροπος
ανάργια (επίρ.):  αργά
ανεβατίζου (ρ.):  ανακατεύω το ελάχιστο προζύμι με το σύνολο του ζυμαριού που απαιτείται για το ψωμί
αντέτ’ (το):  έθιμο, συνήθεια, άγραφος νόμος
αντράλα (η):  ζαλάδα, σκοτούρα, φασαρία
αξούρ’γους (ο):  αξύριστος
απ’διά (η):  αχλαδιά, γκορτσιά
απ’κατούλια (επίρ.):  λίγο πιο κάτω
απ’στουμάου (ρ.):  γυρίζω δοχείο με το στόμιο προς τα κάτω, γυρίζω ανάποδα
απαπκάτ’ ή απ’κάτ’ (επίρ.):  από κάτω
απέδου (επίρ.):  από εδώ
απέκεια (επίρ.):  από εκεί
απ'θώνου (ρ.):  τοποθετώ κάτι πρόχειρα
απίδ’ (το):  αχλάδι
απίκου (επίρ.):  είμαι σε αναμονή, σε επιφυλακή
απίστομα (επίρ.):  μπρούμυτα
αποκοντριάζομαι (ρ.):  αποβλακώνομαι, γίνομαι ακοινώνητος
απόπαιδο (το):  αποκληρωμένο παιδί, περιφρονημένο
αποπερούλια (επίρ.):  κοντά μας αλλά από την απέναντη μεριά
απόρ’μα (το):  αυτό που γεννήθηκε πριν την ώρα του
απορρίχνου (ρ.):  γεννώ πρόωρα, αποβάλλω
αποτώραγια (επίρ.):  πριν λίγο
απουδώθι (επίρ.):  από την εδώ πλευρά, από εδώ
απουκείθι (επίρ.):  από την εκεί πλευρά, από εκεί
απουπέρα (επίρ.):  απέναντι
απουπερούλια (επίρ.):  απέναντι και κοντινά
απουπούι (επιφ.):  α! πω – πω
απουσταίνου (ρ.):  κουράζομαι
απουτώραϊα (επίρ.):  πριν από λίγο
αποχάκ' (επίρ.):  ικανοποίηση για τιμωρία
απύτιαγους (ο):  αυτός που δεν πήρε πυτιά, δεν τον πιάνει το φαγητό
αραλίκ’ (το):  ξεγνοιασιά, ανεμελιά, άνεση
αρβάλ' (το):  το χερούλι της κατσαρόλας
αργάζου (ρ.):  επεξεργάζομαι δέρματα, δέρνω κάποιον αλύπητα
αργανέλλα (η):  τριχιά από λινάρι
αρίδα (η):  τρυπάνι ξύλου, πόδι
αρμαθιάζου (ρ.):  φτιάχνω αρμάθα, περνώ όμοια πράγματα σε κλωστή ή σύρμα
αρμυροκ’λούρα (η):  κουλούρα που έφτιαχναν και έτρωγαν οι ανύπαντρες κοπέλες το βράδυ της Καθαρής Δευτέρας, για να ονειρευτούν τον άντρα που θα παντρευτούν
αρούπουτος (ο):  αχόρταγος
αρταίνομαι (ρ.):  δε νηστεύω
ασαλάητους (ο):  απείθαρχος, ανυπάκουος, αυτός που δεν είχε ποτέ έλεγχο από κανένα
ασιουμπέιαστος (ο):  αυτός που δεν τον απασχολούν τα προβλήματα και οι σκέψεις
ασπρούδ’ (το):  είδος άσπρου σταφυλιού
αστοχάου (ρ.):  ξεχνάω
αστρίτ’ς (ο):  είδος φιδιού με στίγματα, πανέξυπνος άνθρωπος με σπινθηροβόλο βλέμμα
ατσίδα (η):  έξυπνος, καταφερτζής
αφ’σκάδα (η):  ασχήμια, αισχρολογία
αφαλοκόβου (ρ.):  κόβω τον ομφάλιο λώρο, απειλώ με ξυλοδαρμό
αφελάου (ρ.):  είμαι ωφέλιμος, χρήσιμος
αφίσκα (επίρ.):  άσχημα
αφόντας (χρον. σύνδ.):  από τότε που
αφόριου (το):  ρούχο αφόρετο, αμεταχείριστο
αχπάν’ (επίρ.):  επάνω
αψ'χάου (ρ.):  τσιγκουνεύομαι

 

No votes yet

Β

 

β’κέντρα (η):  μακρύ αιχμηρό ραβδί για το κέντρισμα των βοδιών κατά το όργωμα
β’νί (το):  βουνό
β’τσέλα (η):  είδος ξύλινης βαρέλας νερού
βααίνου ή βαϊζου (ρ.):  γέρνω από τη μια πλευρά από το πολύ βάρος
βάβου (η):  γιαγιά
βαϊζου (ρ.):  γέρνω
βαρβατσέλ’ (το):  μικρό τραγάκι, παιδί που παριστάνει τον άντρα
βαρκό (το):  χωράφι που έχει συνέχεια νερό
βατσνιά (η):  βατομουριά
βελάν’ (το):  βελανίδι
βελέντζα (η):  χοντρό μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα
βερέμ'κα (επίρ.):  πλάγια
βετούλ' (το):  κατσίκι ενός έτους
βίγλα (η):  παρατηρητήριο
βιδούρα (η):  ξύλινο δοχείο για γαλακτοκομικά προϊόντα
βιρβιρίτσα (η):  σκίουρος
βίτσα (η):  λεπτή βέργα
βλάρ’ (το):  τόπι υφάσματος, καθένα από τα κομμάτια που υφαίνεται στον αργαλειό, τα οποία στη συνέχεια ράβονται μεταξύ τους και αποτελούν το ολοκληρωμένο ρούχο
βλιώρα (η):  ζιζάνιο των σπαρτών, σιχαμερός άνθρωπος
βλουγάει (ρ.):  υπάρχει, υφίσταται, μετράει
βλουγούδ’(το):  μικρό πρόσφορο
βολεί (ρ. απρόσ.):  βολεύει, μπορεί, είναι εύκολο
βόμπ’ρας (ο):  μικρό ζωύφιο, μικρόσωμο, κινητικό και έξυπνο παιδί
βουζίλα (η):  μοχλός
βουλά (η): φορά
βούρ:  εμπρός ,όλοι μαζί, ορμήστε
βουρλουτύρ’(το):  γαλοτύρι, τσιαλαφούτι
βρετ’κά (τα):  εύρετρα, αμοιβή κάποιου που βρήκε και παρέδωσε κάτι
βρος (ο):  λάκκος που κρατάει νερό
βρουκόλακας (ο):  βρικόλακας, φάντασμα
βρυτσούλ’ (το):  τόπος που αναβλύζει νερό, υγρότοπος
βυζοσάκ’λες (οι):  πάνινες σακκουλίτσες που βάζουν στους πολύ μεγάλους μαστούς μερικών γιδιών για να τους προστατεύσουν από τραυματισμούς

 

No votes yet

Γ

 

γαβάθα (η):  βαθουλωτό ξύλινο ή πήλινο πιάτο
γαλάριος (ο):  γαλακτοφόρος, παραγωγικός
γάνα (η):  βρώμα, καπνιά
γανώνου (ρ.):  κασσιτερώνω, στιλβώνω με καλάι τα χαλκώματα, μαυρίζω κάτι με κάρβουνο, με γάνα
γαραφένιος (ο):  πεντακάθαρος και όμορφος
γαρδαβίτσα (η):  μικρό εξόγκωμα στο χέρι
γάστρα (η):  είδος μεταλλικού φούρνου σε σχήμα κοίλου ημισφαίριου
γατσιάζου (ρ.):  μαζεύομαι από το κρύο και μου σηκώνεται η τρίχα
γατσούν' (το):  γατάκι
γέν'μα (το):  αγροτική σοδειά
γερεύου (ρ.):  μου περνάει η αρρώστια, γίνομαι γερός
γεροκόμ’ (το):  καταβεβλημένος γέρος
γιαλάου (ρ.):  γελάω, εξαπατώ κάποιον
γιατάκ»(το):  κρεβάτι, χώρος για ανάπαυση
γίδ’ (το):  άνθρωπος ακοινώνητος
γιδοξούρ’ (το):  εργαλείο για τον καθαρισμό των ζώων, κακάσχημος άνθρωπος
γιόμα (το):  η ώρα του γεύματος, μεσημέρι
γιομόζω (ρ):  γεμίζω
γιούκος (ο):  διπλωμένα κλινοσκεπάσματα τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο
γιούργια (επίρ.):  επίθεση
γκ’σός (ο):  κισσός
γκαβός (ο):  τυφλός
γκαϊδός (ο):  αλλήθωρος
γκαϊδοτ’ράου (ρ.):  κοιτάζω αλλήθωρα
γκανιάζου (ρ.):  κλαίω ασταμάτητα μέχρι που μου κόβεται η αναπνοή
γκέσος (ο):  τράγος με κοκκινωπή απόχρωση
γκισέμ' (το):  κριάρι που ηγείται του κοπαδιού
γκόλφ' (το):  φυλαχτό
γκουρτσιά (η):  άγρια αχλαδιά
γκουσομανάου (ρ.):  ανασαίνω γρήγορα από την πολλή προσπάθεια
γλαβανή (η):  καταπακτή
γλέπου (ρ.):  βλέπω
γλίνα (η):  λάσπη από χώμα αργιλώδες που κολλάει
γνέμα (το):  νήμα
γόνα (το):  γόνατο
γούλ’ (η):  στόμιο της μπουκάλας
γουμάρ’ (το):  γαϊδούρι
γούπατο (το):  βαθούλωμα
γουρμάζου (ρ.):  ωριμάζω
γουρνομυτιάζου (ρ.):  βάζω κάποιον κάτω μέχρι να ακουμπήσει η μύτη του στο χώμα
γουρνουτσάρ’χα (τα):  τσαρούχια από δέρμα χοίρου
γούτσ’ (το):  το κουκουνάρι του καλαμποκιού
γράβος (ο):  φυλλοβόλο δέντρο με ίσιες, γερές , λεπτές και μακριές βέργες, κατάλληλες για γκλίτσες και ράβδες καρυδιών
γραδώνου (ρ.):  μπαίνω κάπου και δεν μπορώ να βγω
γραίνου (ρ.):  ξεμπλέκω το πλυμένο μαλλί των προβάτων και το κάνω αφράτο
γρέκ' (το):  καλύβα βοσκού
γρέντζιλου (το):  σταφύλι με μικρές και λίγες ρώγες
γρεντιά (η):  δοκάρι στέγης σπιτιού
γρίβας (ο):  άλογο με γκρίζο τρίχωμα
γρούδα (η):  κουβάρι από νήμα, πράγμα μαζεμένο, πολύ τσαλακωμένο ρούχο
γρουμπούλ’(το):  στρογγυλό εξόγκωμα του δέρματος, στρογγυλό κομμάτι λάσπης, ζύμης κ.λ.π.
γυαλ’κά (τα):  γυάλινα σκεύη του σπιτιού
γυνί (το):  υνί, η σιδερένια μύτη του αλετριού
γυροβουλιά (η):  στροφή στο χορό, πέρασμα από τα σπίτια για ευχές
γύφτος (ο):  σιδηρουργός, οργανοπαίχτης, μελαψός, μικροπρεπής
γωνιά (η):  τζάκι, ορθογώνιο μεταλλικό τρίγωνο των ξυλουργών και των κτιστών
γωνολίθια (τα):  στενόμακρες πέτρες που περικλείουν το τζάκι, για να μη βγαίνουν οι στάχτες και τα κάρβουνα έξω απ’ αυτό

 

No votes yet

Δ

 

δ’λειά (η):  εξυπηρέτηση, τακτοποίηση, σεξουαλική πράξη
δάρτ' (το):  ξύλο για το αλώνισμα των δημητριακών
δάχ’λο (το):  δάχτυλο
δαχλιά (η):  αποτύπωμα από δάκτυλο
δγιουφύρ’ (το):  γεφύρι
δείξιος – ποίξιος (ο):  ελεεινός, θα του δείξω και θα του κάνω
δέντρος (ο):  δρυς
δέσ’ (η):  σύνδεση του αυλακιού με το ποτάμι ή την πηγή και τα ενδιάμεσα σημεία σύνδεσης του κεντρικού αρδευτικού αυλακιού
διακόβου (ρ.):  φτάνω γρηγορότερα από κάποιον άλλον, ξεπερνώ
διακονιάρης (ο):  ζητιάνος
διαλιούργια (τα):  αυτά που απομένουν μετά τη διαλογή
διάσελο (το):  στενή διάβαση, αυχένας μεταξύ βουνών ή λόφων
διασίδ' (το):  νήμα της ύφανσης στον αργαλειό
διάτανος (ο):  διάβολος
διβολίζου (ρ.):  οργώνω το χωράφι δεύτερη φορά
δικέλλ’ (το):  σκαπτικό εργαλείο με δυο μύτες
δικριάνι' (το):  διχαλωτό ξύλο για το λίχνισμα του άχυρου
διπλάρ’κα (τα):  δίδυμα αδέρφια
διπλοπόδ’ (το):  κάθισμα στο δάπεδο ή στο στρώμα με διπλωμένα πόδια
δίστρατο (το):  σημείο διακλάδωσης του δρόμου
δίφορα (τα):  σύκα που γίνονται δυο φορές το χρόνο
δοντάγρα (η):  ειδική τανάλια για την εξαγωγή δοντιών
δούγα (η):  σανίδα βαρελιού
δραγάτ’ς (ο):  αγροφύλακας
δροτσίλα (η):  ερεθισμός, κοκκινάδα
δρουλάπ’ (το):  χιονοθύελλα, καταρρακτώδης βροχή
No votes yet

Ε

 

έβελο (το):  πελώριο πράγμα
εδώια (επίρ.):  εδώ, σε τούτο το μέρος
έζαψα (ρ.):  όρμησα
είδισμα (το):  πράγμα
είνουρο (το):  όνειρο
έβελο (το):  πελώριο πράγμα
έζαψα (ρ.):  όρμησα
έρ’μος (ο):  ξεχασμένος από όλους, μόνος
εκειός (ο):  εκείνος
έρ’μος (ο):  ξεχασμένος από όλους, μόνος
έργος (ο):  τμήμα του χωραφιού που αναλαμβάνει κάποιος να σκάψει
έχος (το):  πλούτος
εχούμενος (επίθ.):  αυτός που έχει πολλά χρήματα, κτήματα ή ζώα, μεγαλονοικοκύρης
έργος (ο):  τμήμα του χωραφιού που αναλαμβάνει κάποιος να σκάψει
έχος (το):  πλούτος
No votes yet

Ζ

 

Ζ΄λάπ' (το):  άγριο ζώο
ζεύκ' (το):  καλοπέραση
ζ’γός (ο):  ζυγός
ζεύλα (η):  καμπύλο εξάρτημα του ζυγού που μπαίνει στο λαιμό του ζώου
ζ’γώνου (ρ.):  πλησιάζω
ζεύου (ρ.):  βρωμάω πολύ
ζάβα (η):  πόρπη που κουμπώνουν τα ρούχα
ζιαβζέκ’ (το):  ανάποδος, δύστροπος
ζαβός (ο):  ανάποδος, άνθρωπος με κακά χούια
ζικατάου (ρ.):  ενοχλώ
ζαγάρ’ (το):  κυνεγητικό σκυλί, πονηρός άνθρωπος
ζιμπερέκ' (το):  σύρτης πόρτας
ζαγκανιέμαι (ρ.):  κουνιέμαι ασταμάτητα
ζιουβγάρια (τα):  ζευγάρια
ζαλ’κώνομαι (ρ.):  φορτώνομαι, δένω με τριχιά φορτίο στους ώμους μου
ζ'μπάου (ρ.):  σπρώχνω, πιέζω
ζαντζεύου (ρ.):  αγριεύω, αφηνιάζω
ζούδ’ (το):  ζωύφιο
ζάπ’ ή ζάφτ’ (άκλ.):  το να καταφέρεις κάτι
ζούρα (η):  κατακάθι του λαδιού
ζάρκος (ο):  γυμνός
ζύ’ι (το):  βαρίδι της ζυγαριάς
ζβαρνιέμαι (ρ.):  σέρνομαι
ζωντανό (το):  ζώο, αγροίκος άνθρωπος
ζερβά (επίρ.):  αριστερά
ζώστρα (η):  λουρί που περνάει κάτω από την κοιλιά του ζώου και δένει το σαμάρι
No votes yet

Η

 

ήγκαιρο (το):  γάλα των αιγοπροβάτων αμέσως μετά τη γέννα, κλώστρα
ήλιος ή βροχή:  τρόπος επιλογής ομάδας ή «μάνας» σε παιχνίδι
ημερομήνια (τα):  οι δώδεκα πρώτες μέρες του Αυγούστου των οποίων οι καιρικές συνθήκες αντιστοιχούσαν στον καιρό των επόμενων 12 μηνών
No votes yet

Θ

 

θ’κάρ’ (το):  θήκη του μαχαιριού
θ’μιάμα (το):  λιβάνι
θαραπαύομαι (ρ.):  ευχαριστιέμαι, ικανοποιούμαι
θειάκου (η):  θεία
θέρμ' (η):  πυρετός
θηλ’κώνου (ρ.):  κουμπώνω
θημωνιά (η):  πολλά δεμάτια σιτηρών ή χόρτων το ένα πάνω στο άλλο
θηρίος (επίθ.):  πολύ μεγάλος τεράστιος
θιαμαίνου (ρ.):  θαυμάζω
θιάτρου (το):  θέαμα, ντροπή
θρασίμ’ (το):  ψοφίμι, θρασύδειλος άνθρωπος
θράψ΄ (η):  μεγάλη καταστροφή
θυμητ’κό (το):  μνήμη
θύμωμα (το):  πρήξιμο πληγής, ερεθισμός
No votes yet

Ι

 

ίδ’σμα (το):  φαγώσιμο, χρήσιμο πράγμα
ιδιάζου (ρ.):  περνώ τα νήματα για ύφανση
ιδιάστρα (η):  σανίδα με πολλές τρύπες από τις οποίες οι υφάντρες περνούν τα νήματα της ύφανσης για να μην μπλέκονται
ιδ’σμα (το):  φαγώσιμο, χρήσιμο πράγμα
ινάτ' (το):  πείσμα
ίσκνα (η):  παράσιτο δέντρου που χρησίμευε σαν φυτίλι στο τσακμάκι του καπνιστή
ιτς κρίσ':  καμία απάντηση
ίσκνα (η):  παράσιτο δέντρου που χρησίμευε σαν φυτίλι στο τσακμάκι του καπνιστή
No votes yet

Κ

 

κ’λούρα (η):  καλαμποκίσιο ψωμί
κ’ρούνα (η):  κουρούνα, κακή γυναίκα
κ’τάβ’(το):  νεογέννητο σκυλί, κουτοπόνηρος άνθρωπος
κ’τσιαύτη (η):  κατσίκα με μικρά αυτιά
κ’τσιούμπ’ (το):  τμήμα χοντρού κορμού δέντρου
κ’τσιούρα (η):  τμήμα του δέντρου κοντά στη ρίζα που βρίσκεται μέσα στο χώμα
κ’τσό (το):  παιδικό παιχνίδι στο οποίο το παιδί στηρίζεται στο ένα πόδι και μετακινείται πηδώντας ανάμεσα σε τετράγωνα ή πλακάκια δαπέδου
κ’τσός (επίθ.):  κουτσός
κάβ’ρας (ο):  κάβουρας
καβαλ’κεύου (ρ.):  μπαίνω καβάλα
καβαλάρ’ς (ο):  οριζόντιο κεντρικό δοκάρι στην κορυφή της στέγης, που ενώνονται τα μικρότερα πλαϊνά μαδέρια της στέγης
καβούκ’ (το):  όστρακο, κουκουνάρι καλαμποκιάς
καγκελάρ’ (το):  χορός με πολλούς κύκλους
καζίκ' (το):  πάθημα
καζμάς (ο):  είδος σκαπάνης με μακριά και ατσάλινη μύτη
καθάριο (επίθ.):  σταρένιο ψωμί
κακαράντζα (η):  κόπρανα αιγοπροβάτων
κακκάβ’ (το):  μεγάλη κατσαρόλα
κακομούτσουνος (επίθ.):  αυτός που έχει άσχημο πρόσωπο
καλ’βώνου (ρ.):  πεταλώνω τα άλογα
καλάι (το):  κασσίτερος με τον οποίον «γανώνουν» τα χάλκινα σκεύη
καλέμ’ (το):  κοπίδι με το οποίο γίνεται το πελέκημα των μαρμάρων και των λίθων
καλέσια (η):  πρόβατο με γαϊτανάκια στο πρόσωπο, άσπρη μύτη και μαύρα χείλη
καλοπίχειρος (ο):  εύκολος
καλοσκερνάω (ρ.):  δοκιμάζω
καλούδια (τα):  δώρα που δίνουν στα παιδιά
καμπλάφ' (το):  καπέλο του ιερέα
κάναλ’ (η):  μακρύ ξύλο πελεκημένο ώστε να δημιουργηθεί αυλάκι για να κυλάει το νερό
κανούτα (η):  κατσίκα που έχει σταχτοκίτρινο τρίχωμα
καντήλα (η):  σπυρί
καπίστρ’ (το):  χαλινάρι
καπούλια (τα):  πισινά των αλόγων
καπτσιάρ’ (το):  αυτό που ακολουθεί συνέχεια κάποιον
καρ’κώνου (ρ.):  δένω σφιχτά
κάρ’νο (το):  κάρβουνο
καραβίσιος (ο):  μεγάλος, ακριβός
καραμελωτή (η):  υφαντό στον αργαλειό με ρίγες
κάργα (επίρ.):  πολύ γεμάτο, πολύ γερά
κάργας (ο):  ζόρικος
καρδελάγκος (ο):  λάρυγγας
καρέλ’ (το):  μικρός τροχός αυλακωτός για διάφορες χρήσεις
καρές (ο):  κόμμωση
καρκαλέτσ’ (το):  παιδική ασθένεια με πολύ βήχα, κοκίτης
καρλάφτα (η):  κατσίκα ή πρόβατο με μεγάλα κρεμασμένα αυτιά
κασάρ’ (το):  κοπτικό εργαλείο για τα βάτα
κασέλα (η):  ξύλινο μπαούλο
κασκαρίκα (η):  φάρσα
καστραβέτσ' (το):  αγγούρι
καταεί (επίρ.):  κάτω στη γη
κατακεφαλιά (η):  δυνατό χαστούκι
καταντίπ (επίρ):  καθόλου
καταψιά (η):  κατάποση
κατιβασιά (η):  απότομη αύξηση νερού χειμάρρου λόγω δυνατής βροχής
κατ'ράου (ρ.):  κατουρώ
κατρήθρα (η):  ουροδόχος κύστη
κατσιά (η):  καθισιά, το φαγητό που τρώει κάποιος σε ένα γεύμα
κατσιούλα (η):  κουκούλα της κάπας
καφοκούτ’ (το):  κουτί του καφέ
καψαλή (η):  όνομα κατσίκας με καστανόμαυρο μαλλί
κεντρώνου (ρ.):  μπολιάζω καρποφόρο δέντρο με «μάτι»
κιαπέ (επίρ.):  κι ύστερα;
κίκαρ' (η):  κούπα
κιντυνεμένος (επίθ.):  ετοιμοθάνατος
κλιτσ'νάρ' (το):  κνήμη
κλώστρα (η):  πηχτό κίτρινο γάλα που αρμέγεται μόλις γεννήσει η κατσίκα
κόθρος (ο):  κόρα του ψωμιού
κοκκορόχιονο (το):  στρογγυλοί μικροί κόκκοι χιονιού σαν χαλάζι
κοκόσια (η):  καρύδι
κοκοτσέλ’ (το):  μικρός κόκορας
κολλ’τσίδα (η):  αγριόχορτο που κολάει στα ρούχα, φορτικός άνθρωπος
κολοκαθ’σιά (η):  φιγούρα χορευτή σε θέση ημικαθίσματος
κομματσιούλ’ (το):  μικρό κομμάτι ψωμιού
κόνξα (η):  νάζι
κοντογούν’ (το):  ημίπαλτο
κοντρί (το):  μεγάλος βράχος
κοπά (επίρ.):  ίσια, χωρίς στροφές
κόπανος (ο):  ξύλο με το οποίο οι γυναίκες χτυπούσαν τα χοντρά ρούχα στο ποτάμι για να φύγει η βρωμιά
κοπρίτ’ς (ο):  ράτσα σκύλου, τεμπέλης άνθρωπος
κόπ'τσα (η):  μικρή πόρπη
κορ’φνό (το):  αυτό που είναι στην κορυφή
κοργιά (η):  κόρα του ψωμιού
κορφάδα (η):  κορυφή, το τρυφερό μέρος του βλαστού
κορφή (η):  υπόξινο γάλα που η πήξη του αρχίζει από την κορυφή, την επιφάνεια του δοχείου
κόρφος (ο):  στήθος του ανθρώπου
κόσα (η):  πλεξίδα των μαλλιών
κοσιά (η):  μεγάλο δρεπάνι
κοσσεύω (ρ.):  τρέχω
κοτάω (ρ.):  τολμάω
κοτσιανάτος (επίθ.):  δυνατός, γερός καλοστεκούμενος
κουδαρίτ’κα (τα):  συνθηματική γλώσσα των κτιστών
κουκόσια (η):  καρύδι
κουκουμέλα (η):  μανιτάρι
κουλουκ’ρεύου ή κουλουκ’ρίζου (ρ.):  κουρεύω τα πρόβατα γύρω από τα πόδια και την κοιλιά
κουλουφουτιά (η):  πυγολαμπίδα
κουμπουδιάζου (ρ.):  δένω κόμπο
κουνάκ' (το):  μικρό φίδι που δεν βλέπει καλά
κουρελού (η):  υφαντό φτιαγμένο από λωρίδες κουρελιών
κουρέλω (η):  όνομα κατσίκας με δύο γλωσσίδια (τριχωτά κρεατάκια) στο λαιμό
κουρίτα (η):  κορμός δέντρου σκαμμένος για να πίνουν τα ζώα νερό
κουρκουκέφαλο (το):  κορυφή του κεφαλιού
κουρκούτ’ (η):  χυλός με αλεύρι και νερό
κούρνια (η):  κοτέτσι
κουροψάλ’δο (το):  μεγάλο ψαλίδι για το κούρεμα αιγοπροβάτων
κουρτσέλ’ (το):  κορμός δέντρου σκαμμένος για την τοποθέτηση ζωοτροφής
κουσή (η):  τρεχάλα
κουσιά (η):  κοπτικό εργαλείο για το τριφύλλι
κουσιεύου (ρ):  τρέχω γρήγορα
κουτράου (ρ.):  χτυπάω με το κεφάλι
κούτσ’κου (το):  μικρό παιδί
κουτσαγκέλα (η):  τεθλασμένη γραμμή, κόλπο, βρομοδουλειά
κουτσιαβέλ’ (το):  μικρό παιδί
κουτσιουμπλή (η):  μύτη κοντή, πλατιά και άσχημη
κουτσοκέρα (η):  κατσίκα με σπασμένο κέρατο
κόφτρα (η):  μεγάλο πριόνι για το κόψιμο κορμών, σημείο εκτροπής του νερού
κραμποκούκ’ (το):  μικρή κουλούρα από καλαμποκίσιο αλεύρι
κρεβάτα (η):  μπαλκόνι, εξώστης
κρεμαστάλω (η):  σιδερένια χοντρή αλυσίδα από την οποία κρέμεται η κατσαρόλα στο τζάκι
κρεματζλιέμαι (ρ.):  κρεμιέμαι
κρένω (ρ.):  μιλάω
κριγιάς (το):  κρέας
κρικέλα (η):  σιδερένιος κρίκος που καταλήγει σε μεγάλο καρφί
κρινί (το):  κυψέλη
κριτσιανάου (ρ.):  τρώω με πάρα πολύ θόρυβο
κριτσιανοβολάει (ρ.):  αστράφτει και βροντάει
κριτσούκ’ (το):  αδιαπέραστο δάσος
κρυότ’ (το):  δροσερός καιρός
κυργιαρίνα (η):  είδος πουλιού, τσίχλα
No votes yet

Λ

 

λ’σιά (η):  πόρτα φράχτη
λαγαρίζου (ρ.):  ξεθολώνω, αφήνω καθαρό υπόλοιπο
λαγγιόλ' (το):  πτυχή της φουστανέλας
λαήνα (η):  στάμνα, πήλινο δοχείο
λαιμαργιά (η):  στεφάνι (δερμάτινο ή ξύλινο) γύρω από το λαιμό του ζώου που οργώνει ή κουβαλάει κάτι
λάιος (επίθ.):  μαύρος, γκρίζος
λάκα (η):  ομαλή έκταση
λακάου (ρ.):  φεύγω τρέχοντας μέσα από τις λάκες
λαλ’μένος (επίθ.):  σαλεμένος
λαλούμενα (τα):  όργανα ορχήστρας
λαμπίκο (επίρ.):  πεντακάθαρα
λαμπόγυαλο (το):  γυάλινο κάλυμμα της λάμπας πετρελαίου
λανάρ’ (το):  εργαλείο για την επεξεργασία του πλυμένου μαλλιού
λαντζοκόβου (ρ.):  έχω μεγάλη αγωνία και πηγαινοέρχομαι
λάπατο(το):  φυτό πλατύφυλλο που χρησιμοποιείται για λαχανόπιτες
λαρώνου (ρ.):  ησυχάζω
λασπούρα (η):  πολλή λάσπη
λαχταράου (ρ.):  τρομάζω
λειτουργιά (η):  πρόσφορο για τη Θεία Ευχαριστία
λιάζου (ρ.):  εκθέτω κάτι στον ήλιο
λιανούρια (τα):  μικρά παιδιά
λιανούρια (τα):  μικρά παιδιά
λιανώματα (τα):  κέρματα μικρής αξίας
λιάτα (η):  πλατύ τσεκούρι των ξυλοκόπων
λίγδα (η):  λαδιά, λεκές
λιμάζου (ρ.):  πεινάω
λίμπα (η):  βαθουλωτό πιάτο
λινάτσα (η):  χοντρό ύφασμα από λινάρι
λιόκια (τα):  όρχεις
λιχνίζου (ρ.):  πετάω ψηλά το σιτάρι και με τη βοήθεια του αέρα το καθαρίζω από φλοιούς και άγανα
λόρδα (η):  μεγάλη πείνα
λούμπρ' (η):  λάσπη και θολό νερό
λώβα (η):  ακαθαρσία
λωβιάζου (ρ.):  μολύνω
No votes yet

Μ

 

μ’σκάρ’ (το):  μοσχάρι
μαβλάου (ρ.):  φωνάζω τα ζώα
μαϊδα (η):  σύκο λιασμένο
μακεδονήσι (το):  μαϊντανός
μαντανία (η):  μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα
μαξούμ’ (το):  μικρό παιδί
μαργώνου (ρ.):  κρυώνω
μαρμάγκα (η):  δηλητηριώδης αράχνη
μάσια (η):  μεταλλικό εργαλείο για το σκάλισμα της φωτιάς
μαστάρ' (το):  βυζί
μαστραπάς (ο):  κανάτα
ματσιαλάου (ρ.):  μασάω
μεσάλ' (το):  τραπεζομάντηλο
μίρλα (η):  κλάμα
μολόημα (το):  φήμη
μουραμπάς (ο):  αστεία ιστορία
μουστιρής (ο):  πελάτης
μούτος (ο):  αυτός που δεν μιλάει
μπαΐλντσα (ρ.):  κουράστηκα πολύ
μπάκακας (ο):  βάτραχος
μπάλα (η):  μέτωπο
μπιτ (επίρ.):  καθόλου
μπίτσα (επίρ.):  τελείωσα
μπλάνα (η):  όγκος χώματος που δημιουργείται κατά το όργωμα
μπλέτσ' (το):  στήθος
μπονώρα (επίρ.):  πολύ πρωί
μπότ' (το):  πήλινο δοχείο με στενό λαιμό
μπούγλα (η):  τενεκεδένιο δοχείο για λάδι ή πετρέλαιο
μπουρμπότσιαλος (ο):  μικρό έντομο
μπουχαρής (ο):  καμινάδα
No votes yet

Ν

 

νείρομαι (ρ.):  ονειρεύομαι, επιθυμώ
νεροφόρος (ο):  διανομέας νερού για το πότισμα των χωραφιών
νευροκαβαλίκεμα (το):  μυική κράμπα
νιροτρουβιά (η):  νεροτριβή, τεχνητή δεξαμενή νερού σχήματος κάδου στην οποία πλένονται τα κλινοσκεπάσματα
νόμ':  δώσε μου
ντάβανος (ο):  μεγάλη μύγα που τσιμπάει τα ζώα
νταβαντούρ’ (το):  φασαρία
νταβάς (ο):  μεγάλο ταψί
νταγλαράς (ο):  εύσωμος
νταϊρές (ο):  ντέφι
νταραβέρ’ (το):  συναλλαγή, δοσοληψία
ντζερεμές (ο):  άδικο πρόστιμο
ντζίν' (το):  έξυπνος άνθρωπος
ντζιώρας (ο):  ξεροκέφαλος
ντιπ (επίρ.):  καθόλου
ντορός (ο):  ίχνη άγριου ζώου
ντράβαλο (το):  φασαρία, τσακωμός
ντραμζάνα (η):  μεγάλη γυάλινη μπουκάλα για ποτά
ντρίλ’ (το):  είδος βαμβακερού υφάσματος
ντρόχαλα (τα):  πολλές πέτρες μετρίου μεγέθους
ντχάλα (η):  διχάλα
No votes yet

Ξ

 

ξ’λιά (η):  χτύπημα με ξύλο
ξ’λόκοτα (η):  μπεκάτσα
ξάι (το):  βάρος 70 οκάδων
ξακριάζω (ρ.):  σκάβω το χωράφι μέχρι τις άκρες
ξαμώνου (ρ.):  επιτίθεμαι
ξαν’γκρίζου (ρ.):  παρακινώ
ξαραθ'μάου (ρ.):  ευχαριστιέμαι
ξαρίζου (ρ.):  σκουπίζω, σκάβω επιφανειακά
ξαστοχάου (ρ.):  ξεχνάω
ξεγιαλάου (ρ.):  εξαπατώ, κοροϊδεύω
ξεγραδώνομαι (ρ.):  ξεφεύγω από κάτι που με ακινητοποιεί
ξεζάρκωτος (επίθ.):  γυμνός
ξεθ’λυκώνου (ρ.):  ξεκουμπώνω
ξεκαμπάου (ρ.):  εμφανίζομαι στη στροφή
ξεκαπίστρωτο (επίθ.):  άλογο ή μουλάρι χωρίς χαλινάρι, άτομο χωρίς αρχές
ξεκλιτσιάζου (ρ.):  βγάζω τα πόδια ζώου
ξεκοπή (επίρ.):  χωρίς μέτρημα, κατ’ αποκοπή
ξεκουμποδιάζου (ρ.):  λύνω τον κόμπο, ξεμπλέκω
ξελακκώνου (ρ.):  ανοίγω λάκκο, σκάβω βαθιά το χωράφι
ξεμπλετσώνου (ρ.):  ξεγυμνώνω
ξεπιτούτο (επίρ.):  επίτηδες, σκόπιμα
ξεποδαριάζουμαι (ρ.):  κουράζομαι πολύ από την πεζοπορία
ξεροσφύρ’ (το):  ποτό χωρίς μεζέ
ξεροτ’χιά (η):  τοίχος χωρίς λάσπη ή τσιμέντο
ξεσιουμπέιαστος (επίρ.):  άνθρωπος χωρίς έγνοιες
ξεσκελίζου (ρ.):  ξεματιάζω
ξεσπ’ράου (ρ.):  βγάζω τους σπόρους από το στέλεχός τους
ξετσιαουλιάζομαι (ρ.):  μου φεύγει το σαγόνι (τσιαούλι) από τις φωνές
ξεφόρτωμα (το):  απαλλαγή από το μάτιασμα
ξηραγκιανός (επίθ.):  αδύνατος, αποστεωμένος
ξιγαλάου (ρ.):  αποσπώ κλαδί από τον κορμό του δέντρου
ξίκ’ (επίρ.):  αποστροφή από κάτι ενοχλητικό
ξουρέξια (τα):  ορεκτικά
ξυλοφάι (το):  ειδική λίμα για ξύλα
ξυνόγαλο (το):  αποβουτυρωμένο γάλα με υπόξινη γεύση
ξώκαρδα (επίρ.):  χωρίς ζήλο
ξώπετσα (επίρ.):  επιδερμικά, επιφανειακά
No votes yet

Ο

 

οϊδίζου (ρ.):  μοιάζω
ολοσούσουμος (επίθ.):  με όλο του το σώμα, ολόκληρος
όμπυο (το):  πύο
οντάς (ο):  το επίσημο δωμάτιο
όξου (επίρ.):  έξω
οργιά (η):  μέτρο μήκους ίσο με το άνοιγμα των χεριών στα πλάγια
όρνιο (το):  μεγάλο αρπακτικό πουλί, κουτός άνθρωπος
όρσε (επιφ.):  ορίστε, πάρε
ουδεκεί (επίρ.):  κοντά, δίπλα
ούι, ούι (επιφ.):  αχ, οχ
ούλος (επίθ.):  όλος
ουρμηνεύου (ρ.):  συμβουλεύω
ουρμήνια (η):  συμβουλή
ουρσίδα (η):  νεροφάγωμα εδάφους από ραγδαία βροχή
όχτος (ο):  τοίχος στο κάτω μέρος των χωραφιών
No votes yet

Π

 

π’κάρ’ (το):  ακατέργαστο μαλλί από το κούρεμα ενός προβάτου
π’λακίδα (η):  μικρή κότα που γεννάει για πρώτη φορά
π’λί (το):  πουλί
π’στρώνομαι (ρ.):  πλακώνω το κλινοσκέπασμα ή το φόρεμα με το σώμα μου για να μη φεύγει
π’τακώνου (ρ.):  πλακώνω κάτι και τα πιέζω ώσπου να γίνει πίτα
π’τάρι (το):  κερί που λιώνει μέσα σε ταψί και όταν στερεοποιηθεί παίρνει το σχήμα του
π’τσαράς (ο):  λεβέντης, γενναίος
π’τσαρίνα (η):  αντρογυναίκα
πααίνου (ρ.):  πηγαίνω
παίνια (η):  έπαινος
παλάντζα (η):  ζυγαριά
παλάντζας (ο.):  άστατος, αυτός που δεν κρατά το λόγο του
παλιοκόπρ’ (το):  παλιά χωνευμένη κοπριά
παλιορούτ' (το):  παλιό σκισμένο ρούχο
παλιορούτ’ (το):  κουρέλι
πανουπρίκ’ (το):  επιπλέον προίκα που ζητάνε μερικοί γαμπροί
πανουσάκ’ (το):  σακί πάνω σε άλλο σακί, συμπληρωματικό φόρτωμα
πάντα (η):  άκρη, πλευρά, εργόχειρο
παντέχου (ρ.):  έχω απαντοχή, περιμένω
πάντοιος (επίθ.):  τέτοιου είδους άνθρωπος
παπ’τσάς (ο):  τσαγκάρης
παπάρα (η):  μπαγιάτικο ψωμί μέσα σε βρασμένο νερό
παπαρδέλας (ο):  σαχλαμάρας, φλύαρος
παραβόλα (η):  χέρσο κομμάτι στην άκρη σπαρμένου χωραφιού που λειτουργούσε ως βοσκότοπος
παραγκώμ’ (το):  παρατσούκλι
παραγκωμιάζου (ρ.):  μιμούμαι περιπαικτικά κάποιον
παραγών’ (το):  χώρος γύρω από το τζάκι
παραδοδ’λειά (η):  ακριβοπληρωμένη μικροδουλειά
παραδώθε (επίρ.):  πιο κοντά
παρακατούλια (επίρ.):  λίγο πιο κάτω
παρακούμπαρος (ο):  βοηθός του κουμπάρου
παραμάσκαλα (επίρ.):  κάτω από τη μασχάλη
παραπανούλια (επίρ.):  λίγο πιο πάνω
παρασάνταλος (επίθ.):  άσχημος, αυτός που δεν κινείται καλά
παρέκεια (επίρ.):  πιο πέρα
παρεκούλια (επίρ.):  λίγο πιο πέρα
παρμάρα (η):  πόνος στα πόδια, παράλυση
πασμάς (ο):  σύκα ξεραμένα, ψιλοκομμένα και ζυμωμένα σε σχήμα μικρού πρόσφορου
πασπάλα (η):  σκόνη από αλεύρι ή στάχτη, στρώσιμο χιονιού
παταγούδ’ (το):  πολύ κρύο
πατατούκα (η):  κοντό και χοντρό παλτό
πατσιακλός ή πατσιαλός (επίθ.):  ασταθής στο βάδισμα
πάφλας (ο):  τσίγκος και τσίγκινα δοχεία
πεδίκλωμα (το):  μπέρδεμα ποδιών
πεδιλόγα (η):  κουβάρι από νήμα που τυλίγεται γύρω από το χέρι
πεζούλ’ (το):  χαμηλός τοίχος που συγκρατεί το χώμα επικλινούς χωραφιού
περδίκ’ (το):  μικρό της πέρδικας, άρρωστος που έγινε καλά
πέτ’ρο (το):  χειροποίητο φύλλο πίτας
πέταυρο (το):  μακριά σανίδα της στέγης
πέτρα (τα):  φύλλα για πίτα
πιανούμενος (επίθ.):  αρκετά μεγάλος
πίγκωμα (το):  μεγάλη πίεση, στεναχώρια
πιγκώνου (ρ.):  πιέζω κάποιον πολύ
πικάρου (ρ.):  θέλω να εκδικηθώ
πιλικούδ’ (το):  κομμάτι ξύλου που προήλθε από πελέκημα
πιρονιάζου (ρ.):  διαπερνώ
πίρος (ο):  ξύλινη τάπα βαρελιού
πιτ’χιά (η):  επιτυχία
πλαϊάζου (ρ.):  γυρίζω στο πλάι, κοιμάμαι
πλατσανάου (ρ.):  χτυπώ με δύναμη τα νερά
πλισές (ο):  πτυχή υφάσματος
πλουμίδ’ (το):  στολίδι
πλοχέρ' (το):  όσο χωράει η χούφτα
ποδένου (ρ.):  φοράω τα παπούτσια
πολυσπόρια (τα):  ανάμεικτοι σπόροι δημητριακών βρασμένοι
πόντζ' (το):  βραστό τσίπουρο
ποριά (η):  πέρασμα
πουντιάζου (ρ.):  κρυώνω πολύ και αρρωσταίνω
πουσπουρίζου (ρ.):  συνομιλώ με κάποιον ψιθυριστά
πράματα (τα):  αιγοπρόβατα και αγελάδες
πράτα (τα):  πρόβατα
πρατάρ’ς (ο):  βοσκός
πρατίνα (η):  προβατίνα
πρατσάνισμα (το):  χαρακτηριστικός ήχος από κάψιμο χλωρών ξύλων
πρέκ’ (το):  στήριγμα (πέτρινο, ξύλινο ή τσιμεντένιο) που μπαίνει πάνω από την πόρτα ή το παράθυρο για να στηρίζει τον τοίχο
πρέντζα (η):  γαλακτοκομικό προϊόν
πριάκονο (το):  λίμα για σίδερα
πρίσκαλο (το):  άγουρο σύκο
πριτσιάλος (ο.):  ζευγάρωμα τράγου με κατσίκα
προγγάου (ρ.):  τρομάζω κάποιον και τον διώχνω
προσ’λιάζομαι (ρ.):  κάθομαι στον ήλιο για να ζεσταθώ
προσάγγονο (το):  δισέγγονο
προστ’λάζου (ρ.):  θηλάζω
προσφάι (το):  συνοδευτικό του ψωμιού που παλιότερα ήταν το κύριο φαγητό
προσφαϊζου (ρ.):  τρώω το ψωμί μαζί με κάτι άλλο
π'ρώνομι (ρ.):  ζεσταίνουμαι
πρωτοστάλαμα (το):  οι πρώτες στάλες του τσίπουρου
π'στρόφια (τα):  η επιστροφή των καλεσμένων την επομένη του γάμου στο σπίτι της νύφης για τη συνέχιση του γλεντιού
π'τγιά (η):  πυχτός χυμός που βρίσκεται στο στομάχι των νεογνών μηρυκαστικών
πυρομάδα (η):  φέτα ψωμιού ψημένη (πυρωμένη) στη φωτιά
πυροστιά (η):  σιδερένιος τρίποδας για το τζάκι
No votes yet

Ρ

 

ράβδα (η):  μεγάλη βέργα που ραβδίζουν τις καρυδιές
ραγοβύζ' (το):  πιπίλα
ρακοκάζανο (το):  αποστακτήρας τσίπουρου
ρακοκανάτας (ο):  αυτός που πίνει πολύ τσίπουρο
ράμα (το):  σκοινί που χρησιμοποιούν οι ξυλοκόποι για τη χάραξη ευθείας
ραμαντάν’ς (ο):  ασουλούπωτος άνθρωπος
ραμί (το):  παιχνίδι με τράπουλα
ρεβά ή ριβά (επίρ.):  πλαγιαστά, λοξά
ρέβου (ρ.):  αδυνατίζω
ρεκάζου (ρ.):  κλαίω σπαράζοντας
ρεκομανάου (ρ.):  κλαίω δυνατά και ασταμάτητα
ρεμπελιάζου (ρ.):  τεμπελιάζω
ρεμπεσκές (ο):  απεριποίητος, ακατάστατος
ρεντζούλ’ (το):  κουρέλι
ρ'ζαύτ' (το):  κρόταφος
ριζίλ’ (το):  γελοιοποίηση
ριζό (το):  πρόποδες του βουνού
ριμ-ντιμ ():  εδώ κι εκεί
ριμπάπ’ (το):  ξυλοκόπημα
ρ'μάδ' (το):  ερείπιο, χάλασμα
ρογγίζου (ρ.):  κόβω δέντρα του δάσους για να δημιουργήσω χωράφια
ρογκάτσ’κο (το):  αρσενικό ζώο στο οποίο δεν πέτυχε ο ευνουχισμός
ρόκα (η):  καρπός καλαμποκιάς, διχαλωτό ξύλο για το γνέσιμο του μαλλιού
ροκιά (η):  το φυτό της καλαμποκιάς
ροκόφ’λλο (το):  ένα από τα φύλλα που καλύπτουν τον καρπό της καλαμποκιάς
ρουμπουέλατο (το):  κουκουνάρι του έλατου
ρουπακιά (η):  περιοχή με χαμηλά πουρνάρια
ρουπώνου (ρ.):  χορταίνω
ρούσος (ο):  ξανθός
ρουχνάου (ρ.):  ροχαλίζω
No votes yet

Σ

 

σάισμα (το):  κλινοσκέπασμα ή στρωσίδι φτιαγμένο από μαλλί τράγου
σαλαγάου (ρ.):  διώχνω με φωνές τα ζώα
σάματ' (επίρ.):  μήπως
σαούρα (η):  μεγάλη ησυχία
σαρμανίτσα (η):  κούνια μωρού
σγαρλάου (ρ.):  ανασκαλεύω
σιάδ' (το):  ίσιωμα
σιαμουρλός (ο):  παλαβός
σιγκούν’ (το):  μάλλινο υφαντό αμάνικο πανωφόρι, που φορούσαν οι γυναίκες όταν φορτώνονταν
σίδερο (το):  δόκανο
σιουράου (ρ.):  σφυρίζω
σιούτα (η):  κατσίκα χωρίς κέρατα
σκ’λί (το):  σκυλί
σκ’λίκ' (το):  σκουλίκι
σκαμνιά (η):  μουριά
σκαφίδα (η):  μεγάλη ξύλινη λεκάνη
σκέλ'σμα (το):  μάτιασμα
σκιόρεμα (το):  κακομούτσουνος άνθρωπος
σκόπ' (το):  ξύλο
σκούπρα (τα):  σκουπίδια
σ'μπάου (ρ.):  συνδαυλίζω τη φωτιά
σούμπρο (το):  το μέσα μέρος του καρυδιού που τρώγεται
σουργούν’ (το):  ρεζίλι
σπρούχν' (η):  καυτή στάχτη με κάρβουνα
σταφνίζομαι (ρ.):  στολίζομαι
στούκ’ (το):  χαρτοπαίγνιο
στουμπάου (ρ.):  χτυπάω με δάρτι, γουδοχέρι ή πέτρα
στραβοτσιάουλος (ο):  αυτός που έχει στραβό σαγόνι
στραγγ'λάου (ρ.):  στραμπουλάω
σφαϊό (το):  έντονος πόνος
σφάλαγκας (ο):  αράχνη
σφαλαγκωνιά (η):  ιστός αράχνης
No votes yet

Τ

 

σάισμα (το):  κλινοσκέπασμα ή στρωσίδι φτιαγμένο από μαλλί τράγου
σαλαγάου (ρ.):  διώχνω με φωνές τα ζώα
σάματ' (επίρ.):  μήπως
σαούρα (η):  μεγάλη ησυχία
σαρμανίτσα (η):  κούνια μωρού
σγαρλάου (ρ.):  ανασκαλεύω
σιάδ' (το):  ίσιωμα
σιαμουρλός (ο):  παλαβός
σιγκούν’ (το):  μάλλινο υφαντό αμάνικο πανωφόρι, που φορούσαν οι γυναίκες όταν φορτώνονταν
σίδερο (το):  δόκανο
σιουράου (ρ.):  σφυρίζω
σιούτα (η):  κατσίκα χωρίς κέρατα
σκ’λί (το):  σκυλί
σκ’λίκ' (το):  σκουλίκι
σκαμνιά (η):  μουριά
σκαφίδα (η):  μεγάλη ξύλινη λεκάνη
σκέλ'σμα (το):  μάτιασμα
σκιόρεμα (το):  κακομούτσουνος άνθρωπος
σκόπ' (το):  ξύλο
σκούπρα (τα):  σκουπίδια
σ'μπάου (ρ.):  συνδαυλίζω τη φωτιά
σούμπρο (το):  το μέσα μέρος του καρυδιού που τρώγεται
σουργούν’ (το):  ρεζίλι
σπρούχν' (η):  καυτή στάχτη με κάρβουνα
σταφνίζομαι (ρ.):  στολίζομαι
στούκ’ (το):  χαρτοπαίγνιο
στουμπάου (ρ.):  χτυπάω με δάρτι, γουδοχέρι ή πέτρα
στραβοτσιάουλος (ο):  αυτός που έχει στραβό σαγόνι
στραγγ'λάου (ρ.):  στραμπουλάω
σφαϊό (το):  έντονος πόνος
σφάλαγκας (ο):  αράχνη
σφαλαγκωνιά (η):  ιστός αράχνης
No votes yet

Υ

 

ύψωμα (το):  
ο αγιασμός της λειτουργιάς από τον Παπά κατά την ονομαστική εορτή
No votes yet

Φ

 

φαρσί (επίρ.):  άπταιστα
φελί (το):  κομμάτι πίτα
φίσκα (επίρ.):  γεμάτο
φλακαράου (ρ.):  φτερουγίζω
φλισούρ' (το):  μεγάλο πλήθος
φούρκα (η):  ξύλο με διχάλα για υποστύλωμα
φ'σκί (το):  κοπριά (φουσκί)
φ'τ'λιές (οι):  συκοφαντίες
φ'τσέλα (η): ξύλινο βαρέλι για μεταφορά και αποθήκευση νερού
φώλ' (το):  το αυγό που υπάρχει πάντα στη φωλιά για να γεννάει η κότα
φωτίκια (τα):  ρούχα ή δώρα που δίνει ο νονός στον αναδεχτό
No votes yet

Χ

 

χάβδα (επίρ.):  με ανοιχτά τα πόδια
χαϊρ' (το):  προκοπή
χαλεύου (ρ.):  ζητάω
χαμπέρ' (το):  είδηση
χλιάρ' (το):  κουτάλι
χούι (το):  συνήθεια
χούν' (η):  τοποθεσία ανάμεσα σε ράχες σε σχήμα χωνιού
χουχτάου (ρ.):  φωνάζω δυνατά
χτικιό (το):  φυματίωση
No votes yet

Ψ

 

ψαρονέφρ' (το):  ψαχνό κρέας των σφαγίων κοντά στα νεφρά
ψαρός (ο):  γκριζομάλλης
ψένου (ρ.):  ψήνω
ψ'μάδ' (το):  όψιμο κατσίκι ή αρνί
ψ'χούδ' (το):  το ψωμάκι των μνημοσύνων
No votes yet

Ω

 

ωρέ  :  μωρέ , βρε
No votes yet

..

No votes yet

.

No votes yet

βιβλιογαφία -παραπομπές

 ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 
Αραβαντινός Π., Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, Εν Αθήναις 1909, φωτομηχανική ανατύπωση Βιβλιοπωλείο Ν. Καραβία, Αθήνα 1988.
Βαγιακάκος Δικαίος, «Γλωσσικά και Λαογραφικά Χειμάρρας Β. Ηπείρου και Μάνης», Β΄ Συμπόσιο Λαογραφίας Βορειοελλαδικού χώρου (1983) 9-26.
Γονιός Α. «Ηπειρωτικόν Λεξιλόγιον», Ζωγράφειος Αγών 1 (1891) 175-181.
Κέντρον Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ), http://www.greek-language.gr/greekLang/index.html (Διαδίκτυο)
Κοντοσόπουλος Ν., Διάλεκτοι και ιδιώματα της Νέας Ελληνικής, Αθήνα 1981.
Κοσμάς Ν. Β., Το γλωσσικό ιδίωμα των Ιωαννίνων, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1997.
Μπαμπινιώτης Γ., Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, 1η έκδ. Αθήνα 1988.
Μπόγκας Ευάγγ., Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Έκδ. Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Τόμ. Α΄:  Γιαννιώτικο και άλλα λεξιλόγια, Ιωάννινα 1964. Τόμ. Β΄: Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας κ.ά., Ιωάννινα 1966.
Ντίνας Κ., Το γλωσσικό ιδίωμα της Κοζάνης Β' (Γλωσσάριο του ιδιώματος της Κοζάνης), Κοζάνη 2005: Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης Κοζάνης.
Οικονόμου Κ. Ε., «Διορθώσεις και προσθήκες στα “Γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου” του Ευ. Μπόγκα», Ηπειρωτικά Χρονικά 23 (1981) 215-251.
Παπαϊωάννου Μ.Ι., Το Γλωσσάριο των Γρεβενών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1976.
Παπαθανασόπουλος Θ., Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, εκδ. Θουκυδίδης, Αθήνα 1982.
Παπατρέχας Γερ. Ηρ., «Ιδιωματικό και λαογραφικό γλωσσάρι Ξηρομέρου», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών 4 (1973) 263-316.
Σαλαμάγκας Δ., «Τουρκο-περσο-αραβικές λέξεις στο γιανννιώτικο ιδίωμα», Ηπειρωτική Εστία 10 (1961) 526-529, 647-650, 824-827, 908-911, 1009-1010, 1088-1089/ 11 (1962), 48-49, 143-144, 244-245, 325-326, 424-425, 559-560, 643-644, 731-732, 841-842, 935-936/ 12 (1963) 39-40, 129-130, 212-214.
Σαχίνης Α. Δ., Το καστοριανό γλωσσάρι. Λεξικό εννοιολογικό, ερμηνευτικό, ιστορικό, ετυμολογικό του καστοριανού ιδιώματος [Καστοριανή Βιβλιοθήκη. Σειρά: Λαογραφία], Καστοριανή Εστία, Καστοριά 1996.
Σέβης Αλκιβιάδης Γ., Ιδιωματικό λεξιλόγιο περιοχής Δυτ. Ξεροβουνίου Ηπείρου, Γιάννινα: [χ.ε.], Ιωάννινα: Θεοδωρίδη 1997 (Διαδίκτυο).
Στεργίου Ξ. Δ., Η αργιθεάτικη διάλεκτος (Λεξικογραφία-Γλωσσολογία-Λαογραφία), έκδοση Συλλόγου Αργιθεατών Θεσσαλών Αθήνας, Αθήνα 2001.
Τάκης Βασ., Η Αγραφιώτικη Γλώσσα. Συμβολή στην έρευνα και την μελέτη του αγραφιώτικου γλωσσικού ιδιώματος, [Με την ευγενική χορηγία από το «Ίδρυμα Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου»], Καρδίτσα 2003.
Χαντζιάρας Δ. Π., Το Θεσσαλικό Γλωσσικό Ιδίωμα. Γλωσσάρι-Λεξικό, εκδ. Δημιουργία, Αθήνα 1995.
Χατσιούλης Μιχ. Γ., Τα Σιάτσνα: Το σιατιστινό γλωσσικό ιδίωμα: Συλλογή από λέξεις και φράσεις, Σιάτιστα: [χ.ε.] 1992 (Διαδίκτυο).
Χλωρός Χρ. Δ., Μαυρέλι Τρικάλων: Γλωσσάρι Χασίων, Αθήνα [χ.ε.] 1994 (Διαδίκτυο).
Χριστοδούλου Χρ. Α., Τα κουζιανιώτ'κα (Λεξικό του Κοζανίτικου Ιδιώματος), Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης, Σύλλογος «Κασμιρτζήδες», Κοζάνη 2003.

No votes yet