Ψ

 

ψαρονέφρ' (το):  ψαχνό κρέας των σφαγίων κοντά στα νεφρά
ψαρός (ο):  γκριζομάλλης
ψένου (ρ.):  ψήνω
ψ'μάδ' (το):  όψιμο κατσίκι ή αρνί
ψ'χούδ' (το):  το ψωμάκι των μνημοσύνων
No votes yet

Νέα του Συλλόγου